#057 The main demand for the lifting of criticism on poetry

Με την έλευση των υπερχιλίων ποιητών του διαδικτύου (όπως τους καταγράψαμε σε προηγούμενο άρθρο μας εδώ), έχουμε ως επακόλουθο και το αίτημα εκ μέρους τους να μην κριθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόσφατο μέιλ που δέχθηκα, ένα από τις εκατοντάδες είναι αλήθεια που δέχομαι καθημερινά-δόξα σοι ο Θεός-για το πώς θα στείλουν συνεργασίες. Στο πρώτο μέιλ, λοιπόν, ευγενέστατα και στον πληθυντικό με ρωτούσαν αν δημοσιεύουμε συνεργασίες και ποιος ο τρόπος αποστολής τους. Απάντησα πως ναι, να μας στείλετε (όπως απαντάω πάντα), αλλά το αν θα δημοσιευτούν τα ποιήματά σας αυτό είναι στην κρίση μας.

Το δεύτερο μέιλ του επίδοξου ποιητή ήταν δεν θα έλεγα υβριστικό για μένα, αλλά μια απόρριψη της διαδικασίας κρίσης: ούτε λίγο, ούτε πολύ ο συμπαθής ποιητής κατέληγε στην απόφαση να μην στείλει τα ποιήματά του προς κρίση, γιατί δεν αποδέχεται καμία κριτική και καμία αξιολόγηση, ούτε από το άτομο στο οποίο απευθύνθηκε με τιμή (στο πρώτο μέιλ), επαινώντας το έργο που εξακολουθεί να διαπράττει εδώ και 30 και πλέον χρόνια ως μέλος διάφορων έντυπων και ηλεκτρονικών περιοδικών. Διατύπωνε με απόλυτη πεποίθηση πως η μεγαλειότητά του δεν αποδέχεται κανενός είδους αξιολόγηση και με στοχαστική περιφρόνηση μου ανήγγειλε πως δεν καταδέχεται να μου στείλει τα ποιήματά του εφόσον θα περνούσαν από τη διαδικασία της κρίσης.

Ως εδώ, όλα καλά, δεν έγινε τίποτα, είμαι συνηθισμένος σε αυτού του τρόπου τις συμπεριφορές. Έκανα το κλικ ωστόσο όταν έτερος φίλος ποιητής μου επισήμανε ένα άρθρο με τον τίτλο «ΜΑΤΑΙΩΣ ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ», όπου τα σκόρπια αιτήματα των φιλόδοξων νέων ποιητών απολαμβάνουν γενικής επιδοκιμασίας και μορφή μείζονος αιτήματος για την άρση οποιασδήποτε κριτικής για την εγχώρια ποιητική παραγωγή: «Θα μου πείτε, υπάρχει το Διαδίκτυο. Σωστά. Είναι μια ελπίδα κι αυτό. Μια απεριόριστη ελπίδα ελευθερίας και διάδοσης ιδεών, δημιουργίας και γνώσεων, αλλά και μια παγίδα αφθονίας. Κι εκεί, στην αφθονία του Διαδικτύου, φαίνεται αυξημένη η πενία μας. Πενία αναγνωστική, αλλά και πενία εμφανιζόμενη με τη γνωστή επίφαση γνώσης. Κάτι σαν like στο facebook… ή ακόμη χειρότερα κάτι σαν σχόλιο άσχετο κάτω από στίχους ίσως σπουδαίους.»

Κι ως εδώ ίσως θα συμφωνούσαμε όλοι μας, διαβάστε όμως και τη συνέχεια: «Κι ακόμη πιο δυσοίωνα, μέσα σ’ αυτή την αφθονία γραφής, εμφανίζονται και αυξάνονται οι «θεματοφύλακες του ακατανόητου», οι «ειδικοί». Κάτι σαν φυλή που δρα ως να της ανήκει η ποίηση και εκφράζεται, κρίνει, συζητά με όρους «απαγορευμένους» στο πλατύ κοινό. Απωθητικούς. Διατυπώνει σκέψεις χωρίς νόημα, περισπούδαστες κι αφηρημένες. Σαν να πασχίζει να δείξει ότι η ποίηση είναι κάτι ανώτερο από τα μέτρα του αναγνώστη και ανήκει μόνο στους ποιητές και τους κριτικούς. Μια φυλή που φιλολογίζει και αναλύει, σχεδόν σαν να απαντά στο ερώτημα του συρμού: «Τι θέλει να πει ο ποιητής;» Το χειρότερο που κάνει όμως αυτή η φυλή είναι που ασκεί το χούι της απαξίωσης… «όσο πιο απόμακρος μοιάζω, τόσο πιο σπουδαίο με νομίζουν». Παρ’ όλα αυτά, «εγώ ο απόμακρος και σπουδαίος» συναγελάζομαι σε πλατφόρμες δικτύωσης, παρεΐστικα «δίκτυα» και «στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες»… Γιατί;»

Γιατί η ποίηση είναι μια τέχνη (η πιο αριστοκρατική για μένα, το έχουμε ξαναπεί), κι όπως κάθε τέχνη, μαθαίνεται. Γιατί όπως η τέχνη του Υδραυλικού δεν σου έρχεται με επιφοίτηση κι ένας απλός μαθητευόμενος στην τέχνη πρέπει να φάει τις σφαλιάρες του για να γίνει, αν γίνει, κάποια μέρα Υδραυλικός, έτσι κι ο ποιητής, έτσι κι ο υπογράφων το κείμενο εδώ:

Ένας θεματοφύλακας του ακατανόητου. Με τις υγείες σας.

Παράθυρα Λογοτεχνίας για Νέους

Intellectum 10

[
Menu