«ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ»: Η Πρώτη Κριτική Επισκόπηση του πιο Πολυσυζητημένου Βιβλίου των Τελευταίων Ετών



του Βίκτωρα Τσιλώνη,

δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω / Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αρχισυντάκτη του περιοδικού Intellectum (www.intellectum.org)

«Η ελευθερία δεν είναι μια φιλοσοφία, ούτε καν μια ιδέα: είναι ένα κίνημα της συνείδησης, που μας οδηγεί, σε συγκεκριμένες στιγμές, να προφέρουμε δύο «μονοσύλλαβα»: Ναι (Si)  ή Όχι (No). Στη στιγμιαία βραχύτητά τους, όπως στο φως της αστραπής, σκιαγραφείται το αντιφατικό σημάδι της ανθρώπινης φύσης».

 (Οκτάβιο Πας, «Η Άλλη Φωνή»)

 

ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ;

Ήταν πράγματι η μεγάλη εκδοτική έκπληξη της χρονιάς και μάλιστα από έναν γνωστό εκδοτικό οίκο που δεν συνηθίζει να εκδίδει «τέτοια» βιβλία. Το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» προκάλεσε αμηχανία και ξεσήκωσε διαμαρτυρίες μόνο με τη θέα του εξωφύλλου του. Άνθρωποι των γραμμάτων αλλά και των «γραμμάτων» έσπευσαν να το κριτικάρουν, να συμβουλεύσουν να μην το διαβάσουμε, στη συντριπτική τους πλειοψηφία χωρίς όμως να το έχουν διαβάσει οι ίδιοι, αφού είναι μάλλον αδύνατον να μπορέσει να  διαβάσει κανείς το βιβλίο μέσα σε λίγα λεπτά ή έστω λίγες ώρες μετά την κυκλοφορία του.

 

Στο περιοδικό Intellectum (www.intellectum.org) αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με το βιβλίο αυτό αρχικά για τρεις λόγους.

 Ο πρώτος και μάλλον αυτονόητος λόγος είναι πως αναμφίβολα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές εκπλήξεις των τελευταίων ετών. Οι αυξημένες πωλήσεις του (εξαντλήθηκε ήδη η πρώτη έκδοση) επιβεβαιώνουν το ενδιαφέρον και την περιέργεια του ελληνικού κοινού να πληροφορηθεί όχι μόνο για τις απόψεις του Κουφοντίνα αλλά κυρίως για τα νέα στοιχεία γύρω από σημαντικά βίαια γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία από τη Μεταπολίτευση μέχρι και το 2002, όποτε και ένα σημαντικός αριθμός μελών της 17Ν συνελήφθη.

Ο δεύτερος λόγος  είναι ότι ο Δημήτρης Κουφοντίνας και η «17 Νοέμβρη» απασχόλησαν με την παράνομη-αντιεξουσιαστική-τρομοκρατική δράση τους  για τρεις περίπου δεκαετίες την ελληνική κοινή γνώμη, το πολιτικό μας σύστημα και τις μυστικές υπηρεσίες πολλών κρατών. Συνεπώς, το πρώτο βιβλίο «εκ των έσω» για όλα αυτά τα περιστατικά που απασχόλησαν την ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη επί τρεις περίπου δεκαετίες και επί των οποίων δεν είχαμε πολύπλευρη ενημέρωση μας επιτρέπει να μάθουμε την εκδοχή του δράστη-συγγραφέα του βιβλίου Δημήτρη Κουφοντίνα.
Το εν λόγω βιβλίο περιέχει πλείστες αναφορές σε ιστορικά γεγονότα για τα οποία φυσικά ο συγγραφέας μας προσφέρει την οπτική της δικής του βιωματικής εμπειρίας, καταγράφοντας στο βιβλίο του πληροφορίες που για πρώτη φορά φθάνουν ουσιαστικά στο φως της δημοσιότητας (όπως το γιατί επιλέχθηκε ως στόχος ο Μπακογιάννης, τι ακριβώς συνέβη στα Σεπόλια, πώς διαπράχθησαν οι κλοπές στρατιωτικού υλικού στο Συκούριο, πόσα χρήματα πήραν οι πληροφοριοδότες της Λουίζας Ριανκούρ κ.ά.)
Ο τρίτος λόγος είναι ο σημαντικότερος για όσους θεωρούν εαυτούς εντός της σφαίρας των γραμμάτων. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας τα τελευταία δώδεκα χρόνια που βρίσκεται στη φυλακή έχει μεταφράσει αρκετά αξιόλογα βιβλία. Το πρώτο μάλιστα βιβλίο που μετέφρασε εντός της φυλακής με τις δυσκολίες-μειονεκτήματα που έχει στις μέρες μας ένα τέτοιο εγχείρημα (π.χ. έλλειψη υπολογιστή και πρόσβασης σε ηλεκτρονικά λεξικά και πηγές του διαδικτύου) είναι το βιβλίο «Τουπαμάρος: Ημερολόγιο Φυλακής» (εκδόσεις Κουκκίδα), το οποίο πραγματεύεται την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος σε ακραία απάνθρωπες συνθήκες. Ένα βιβλίο-μισή βιβλιοθήκη που κάνει τον Κόμη του Μόντε Κρίστο να μοιάζει περισσότερο μ’ ένα σκληρό παραμύθι για παιδιά.

Τέλος, ένας τέταρτος λόγος που προέκυψε μετά την ανάγνωση του βιβλίου είναι η  αφετηρία των θέσεων του συγγραφέα.  Στη ζοφερή εποχή των Μνημονίων αποδεικνύεται ότι πολλές από τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα του συγγραφέα όσον αφορά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας ήταν ορθά. Η συντριπτική πλειοψηφία θα διαφωνήσει βέβαια τόσο με τον επιλεγμένο «τρόπο  αντιμετώπισης» όσο και με τα «αποτελέσματα» των μεθόδων της 17Ν (η χώρα δεν σώθηκε έτσι, σίγουρα).

 

ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Προτού συνεχίσουμε στην ευσύνοπτη παρουσίαση πολλών εκ των σημαντικότερων σημείων του βιβλίου, αξίζει κανείς να διευκρινίσει σε τι ακριβώς το συγκεκριμένο βιβλίο δεν αναφέρεται.

Το βιβλίο «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» δεν αναφέρεται στις ληστείες-χρηματοδοτήσεις της οργάνωσης παρά μόνο τηλεγραφικά. Δεν γίνεται ούτε αξιολόγηση, ούτε περιγραφή, ούτε ιδιαίτερη ανάλυση στις επιλογές των στόχων αυτών πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (ληστεία ΕΛΤΑ Βύρωνα).

Το βιβλίο δεν αναφέρεται στην 17Ν ως οργάνωση. Ακολουθεί τη μοναχική πορεία του σημαντικότερου μάλλον μέλους της δεύτερη γενιάς της, χωρίς να δίνονται πληροφορίες για το πώς διαβουλεύονταν μεταξύ τους, πώς λειτουργούσε ακριβώς η οργάνωση, ποιες ήταν ακριβώς οι σχέσεις των μελών μεταξύ τους τόσο στο επίπεδο της τρομοκρατικής οργάνωσης όσο και σε διαπροσωπικό. Τέτοιου είδους πληροφορίες δίνονται ως ένα βαθμό για τον ΕΛΑ. Η 17Ν όμως εμφανίζεται περισσότερο ως ένα μεγάλο κινηματογραφικό πανί  μπροστά από την οποία περνούν ευάριθμα, χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους, πρόσωπα με κυρίαρχο φυσικά εκείνο του Δημήτρη Κουφοντίνα.

Επίσης, το βιβλίο δεν αναφέρεται σε κρίσιμα στοιχεία που είδαν ποικιλοτρόπως το φως της δημοσιότητας, όπως λόγου χάριν την πληροφορία ότι ο Σάββας Ξηρός είχε μαζί του τα κλειδιά απ’ όλες τις γιάφκες της 17Ν όταν εξερράγη η αυτοσχέδια βόμβα στα χέρια του κοντά στον Ελληνικό Νηογνώμονα το καλοκαίρι του 2002.

Τέλος, το βιβλίο δεν αναφέρεται στην κρίσιμη διαφορά του Πέπε Μουχίκο, του Ραούλ Σέντρικ, του Μαουρίσιο Ροσενκόφ, του Νιάτο Φερνάντες Ουιδόμπρα και των άλλων χιλιάδων Τουπαμάρος που δρούσαν φανερά, χωρίς κουκούλες, με τα μέλη της 17Ν. Επίσης δεν αναφέρεται επαρκώς στο κρίσιμο γεγονός ότι, εν αντιθέσει με τους αληθινούς επαναστάτες-ινδάλματα του Δημήτρη Κουφοντίνα, τα περισσότερα μέλη της 17Ν συνεργάστηκαν πλήρως με τις διωκτικές αρχές χωρίς να βασανιστούν (με την εξαίρεση του Σάββα Ξηρού). Γιατί, αν αυτή η ειδοποιός διαφορά  σημαίνει ότι δεν ήταν τελικά αληθινοί επαναστάτες, τότε και η 17Ν δεν μπορεί να νοηθεί σε καμία περίπτωση ως επαναστατική αλλά ως τρομοκρατική-εγκληματική οργάνωση.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ενέχει ηθικό βάρος  να γράψει κανείς για το συγκεκριμένο βιβλίο που σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουφοντίνα συμπυκνώνει στις σελίδες του άγνωστες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ιδιαίτερα λίγες μόνο ημέρες μετά την εθνική γιορτή της 25η Μαρτίου. Και περισσότερο από κάθε άλλη φορά υπάρχει η συναίσθηση ότι προσπαθώντας να γράψει κανείς «αντικειμενικά» δεν θα ευχαριστήσει κανένα. Άλλα αυτός είναι ένας δρόμος που εξαρχής έχουμε επιλέξει στο Intellectum (www.intellectum.org) και δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τώρα.

Μετά το σημείωμα του εκδότη, το σύντομο γράμμα του Χόρχε Σαμπάλσα και τον ενδιαφέροντα πρόλογο του Νίκου Γιαννόπουλου με τίτλο «17 Ιδιαιτερότητες», το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα ξεκινά από το τέλος: από τη βόμβα που εξερράγη στα χέρια του Σάββα Ξηρού το Σάββατο 29 Ιουνίου 2002 κοντά στα γραφεία του Ελληνικού Νηογνώμονα εξαιτίας ενός υπερβολικά στριμωγμένου γερμανικού ρολογιού που την βραχυκύκλωσε.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Μετά από αυτή την από το τέλος αρχή,  συγγραφέας επιστρέφει στην αρχή, σ’ αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως χρόνο, τόπο και σημείο πολιτικής του γέννησης: το Πολυτεχνείο στις 17 Νοεμβρίου 1973 και το ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, ένα έργο που χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τον ίδιο από την πάλη των αντιθέτων «Πολιορκημένοι και Ελεύθεροι. Ζωή και Θάνατος. Έρωτας και Θυσία.»

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουφοντίνα  τα κύρια χαρακτηριστικά της επανάστασης του Νοέμβρη ήταν τα ακόλουθα:

1)       Ήταν ένα λαϊκό κίνημα τόσο με ειρηνικά χαρακτηριστικά όσο και με χαρακτηριστικά βίαιης εξέγερσης.

2)       Είχε αυθόρμητο και κεντρικά ανοργάνωτο χαρακτήρα μέχρι το τέλος.

3)      Θα είχε διαφορετική έκβαση αν μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη συντόνιζε και καθοδηγούσε την εξέγερση. Η ηγεσία της Αριστεράς ήταν όμως απούσα, αφού η δυναμική των ανατρεπτικών γεγονότων του Νοέμβρη την τρόμαζαν, την υπερέβαιναν και την αποδιοργάνωναν.

Η συνέχεια της Μεταπολίτευσης, όπως λέει, βιώνεται από τον ίδιο ως πολιτική εφηβεία. Όπως καταγράφει ο Δημήτρης Κουφοντίνας, εκτός από τους «καραφλούς πράκτορες», ένα κομματικό μυστικό τμήμα εναντίον των εσωκομματικών διαφωνούντων του ΠΑΣΟΚ, ο ίδιος έρχεται αναπόφευκτα σε επαφή με τα κομματικά στελέχη που δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την ανάπτυξη των πολιτικών κινημάτων αλλά μόνο για την αύξηση της πολιτικής τους επιρροής μέσω αυτών. Παράλληλα, συγγράφει άρθρα και αναλαμβάνει το τεχνικό μέρος της έκδοσης της μαθητικής εφημερίδας Μαθητικός Αγώνας της Πανελλήνιας Αγωνιστικής Μαθητικής Κίνησης, η οποία ήταν –μας λέει– η πρώτη εφημερίδα που εκδόθηκε σε μονοτονικό.
Σχετικά γρήγορα, ομολογεί, έρχεται η πρώτη φορά που συλλαμβάνεται. Ήταν τέλη του 1975 μετά από διαδήλωση στην Ομόνοια που έγινε υπέρ των αστέγων του Περάματος, των οποίων η τότε κυβέρνηση ήθελε να κατεδαφίσει τα σπίτια προκειμένου «να υψωθούν δεξαμενές των πολυεθνικών του πετρελαίου». Εκείνη τη νύχτα κατάλαβε την έκφραση «το κρύο περονιάζει μέχρι το κόκαλο». Όμως οι αγώνες στους δρόμους και στα δικαστήρια έφεραν τελικά αποτέλεσμα: «Οι άστεγοι του Περάματος νίκησαν».

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας υποστηρίζει ότι παρέμενε ακόμη «επιφυλακτικός στην επιθετική διάσταση» των ένοπλων οργανώσεων. «Από χαρακτήρα απεχθανόμουν τη βία» σημειώνει. «Όταν όμως ωθούσα αυτή τη σκέψη στις ακραίες της συνέπειες, στην «ειρηνική» μόνο πολιτική δράση, έφτανα έτσι στο συμπέρασμα ότι αρνιόμουν την ίδια την ιδέα της επανάστασης… τον Τσε, τον Φιντέλ, τον Μάο… Και εδώ στον τόπο μου, αρνιόμουν την ίδια την επανάσταση του 1821, την αντίσταση του ΕΛΑΣ και τον ΔΣΕ, τον ίδιο τον παππού και τον πατέρα μου. Αρνιόμουν και το ίδιο το γεγονός της πολιτικής μου γέννησης τον Νοέμβριο του 1973, τη δυναμική αντίσταση στη χουντική βία. Έτσι βρισκόμουν μπροστά σε μια τραγική αντίφαση. Η Αριστερά, εξ ορισμού είναι κατά της βίας. Όμως είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει τη βία για να έρθει μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει βία».

«Και στο πνεύμα της αυθόρμητης λαϊκής αντίδρασης έβρισκα κάτι από το πνεύμα του Νοέμβρη. Και δίχως έκπληξη ανακάλυπτα μέσα μου την οργή, τη λύσσα απέναντι σε αυτούς που χτυπούσαν τον κόσμο άγρια, αδιάκριτα με ωμότητα και σαδισμό… Δεν ήταν μικρότερος ο θυμός μου όταν αργότερα άκουγα τα επίσημα κόμματα να βαφτίζουν «προβοκάτορες» και «χουντικά στοιχεία» και «υπόπτους» όσους αντέδρασαν στοιχειωδώς στην κρατική βία».

Στις 23 Δεκεμβρίου 1975 εκτελείται στο Ψυχικό ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας όμως δεν είναι εκεί. Ο λόγος είναι ότι δεν ανήκει ακόμη στη 17 Νοέμβρη. Δεδομένου ότι στη 17Ν εντάσσεται σύμφωνα με τον ίδιο περί το 1981 (μετά τη διάσπαση του ΕΛΑ) προβάλλεται μάλλον ως ο συνδετικός κρίκος της δεύτερης γενιάς της 17Ν με την αρχική της: την πρώτη γενιά-πυρήνα που δεν συνελήφθη από τις διωκτικές αρχές ποτέ.

Το 1976 είναι για τον συγγραφέα του βιβλιόυ η κορύφωση της Μεταπολίτευσης και των λαϊκών αγώνων. Πορείες, διαδηλώσεις, θάνατος διαδηλωτών (Αναστασία Τσιβίκα), ψήφιση του νόμου 330 που εισάγει στη βουλή ο Υπουργός Εργασίας Λάσκαρης, λαϊκές αντιδράσεις στο Κορδελιό κατά της αμερικανικής ΕΘΥΛ, στρατιωτικός νόμος στο Μαντούδι της Εύβοιας για να «αντιμετωπιστεί» ο αγώνας των μεταλλωρύχων και των κατοίκων κατά του Σκαλιστήρη και του Παπαστρατή και μαζικές αντιδράσεις στα λεγόμενα «κάτεργα του Μποδοσάκη»  (ΠΥΡΚΑΛ, ΛΑΡΚΟ και αλλού).

Η ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΕΝΤΑΧΘΕΙ ΣΤΗΝ 17Ν

Όπως παρουσιάζει ο Δημήτρης Κουφοντίνας, η ρήξη με τα αριστερά κόμματα έρχεται για εκείνον όταν πιστεύει ότι τα κόμματα παραποιούν την αλήθεια, θεωρώντας ότι «προβοκάτορες» είναι πάντοτε πίσω από «κάθε λαϊκή κίνηση που υπερέβαινε τα όρια μιας διαρκώς συρρικνούμενης νομιμότητας».

Θεωρεί ότι τον καιρό εκείνο «η επίσημη Αριστερά υιοθετούσε μια απολογητική-αμυντική θεώρηση της ιστορίας… τοποθετούσε τον εαυτό της στο ρόλο του θύματος», ενώ ο συγγραφέας διατείνεται ότι επιθυμούσε «την επαναστατική ουσία της Αριστεράς», «τη δράση μας ως αντεπίθεση».

Την ίδια περίπου χρονική στιγμή σύμφωνα με τον ίδιο «οι εργοδότες συνασπίστηκαν σε ένα συμπαγές μέτωπο», στον ΣΕΒ, οι εφημερίδες άρχισαν να κρύβουν «απροκάλυπτα τους απεργιακούς αγώνες» και «άρχισε να εξαντλείται η δυναμική του ίδιου του αυτόνομου ταξικού κινήματος». Η ιδέα για τη δημιουργία ενός Εργοστασιακού Συνδέσμου με τη συμμετοχή όλων των μεγάλων σωματείων τελικά δεν τελεσφορεί και ο Χρήστος Κασσίμης σκοτώνεται από πυρά αστυνομικών έξω από τη γερμανική εταιρία AEG.

«Ωστόσο  η προσωπική επιλογή του ένοπλου αγώνα, εκείνο το τεράστιο άλμα από το «δέον» στο «είναι», αργούσε ακόμα» για τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Σημειώνει ότι «Συνεπαγόταν ανατροπή ολόκληρης της πολιτικής ζωής, αλλά και της ίδιας της προσωπικής ζωής… σήμαινε ότι περνούσες σε έναν άλλο κόσμο με ξεχωριστούς κανόνες», εκεί που «η φυλάκιση και ο ίδιος ο θάνατος αποτελούσαν ορατό, πιθανό ενδεχόμενο. Με διαρκή πίεση που δεν μπορείς να μοιραστείς ούτε με τα πιο κοντινά σου πρόσωπα. Και, βέβαια, με υπέρβαση αξιακών στοιχείων του χαρακτήρα σου, χωρίς να τον αλλοιώνεις, χωρίς να απαρνιέσαι την ηθική σου συγκρότηση».

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΟΣΜΟ

Σ’ ένα παγκάκι  στο Πνευματικό Κέντρο έξω από τη Νομική ο Δημήτρης Κουφοντίνας θα μετονομαστεί σε Αντώνη, το όνομα που είχε ο ήρωας του Καμπανέλλη στο «Μαουτχάουζεν». Την επόμενη μέρα διαβάζει τα «Λιπάσματα», το κείμενο των βασικών θέσεων του ΕΛΑ με το παραλλαγμένο εξώφυλλο και μπαίνει στον ΕΛΑ.  . Όμως με εκείνον τον πρώτο σύντροφο που τον μύησε στην παρανομία δεν έγιναν ποτέ φίλοι. «Ήταν μια από τις διαψεύσεις μου στον ένοπλο δρόμο. Θεωρούσα ότι σύντροφοι, που θέλουν τα ίδια πράγματα, που παίζουν το ίδιο τη ζωή τους, θα ήταν αυτονόητα, ως άνθρωποι, και φίλοι».

«Τα πρώτα βήματα στην παρανομία ήταν ασυνήθιστα δύσκολα. Σε όλα τα πεδία. Χρειάζονταν πολλές υπερβάσεις. Φαινομενικά απλές, αλλά εξαιρετικά δύσκολες στην πράξη. Να μάθει –ο  ασυνήθιστος– να λέει ψέματα με φυσικότητα και μετά να θυμάται που είπε το καθένα. Να φτιάχνει πειστικές ταυτότητες.» Αλλού φοιτητής, αλλού μικροαστός υπάλληλος, αλλού εκκολαπτόμενος γιάπης. «Ο Αντώνης απεχθανόταν τα ψέματα… ήταν όμως αμείλικτες οι αναγκαιότητες του αγώνα». Κι έτσι ο ίδιος, αντί για καθηγητής, γιατρός ή δάσκαλος, θα γινόταν κατ’ επάγγελμα «ο Αντώνης».

Οι πρώτες ενέργειες που συμμετείχε ο «Αντώνης» (Δημήτρης Κουφοντίνας) ήταν εμπρηστικές και εκρηκτικές, αλλά οι δυσκολίες για εκείνον «ήταν άπειρες», πρακτικές, διανοητικές, ψυχολογικές. Την πρώτη φορά μάλιστα παραλίγο να αυτοπυρποληθεί, υποστηρίζει.

«Πάντα φοβόμουν εκείνους που δεν φοβούνταν», ομολογεί. «Τελικά, ο φόβος για έναν αγωνιστή που μπορεί να χάσει την οικογένειά του, τη ζωή του ή την ελευθερία του είναι πολλές φορές ο καλύτερος σύμβουλος ώστε να γίνεται η καλύτερη δυνατή προετοιμασία-οργάνωση και να αποφεύγονται τα λάθη», συνεχίζει.

Αρκετά σύντομα ακολουθεί και η εκπαίδευση στα όπλα. Η οπλοκατοχή όμως ήταν μεγάλη ευθύνη αφού «αν το έχεις πάνω σου πρέπει να το χρησιμοποιήσεις, να ανεβάσεις το επίπεδο της σύγκρουσης» Επίσης , η ικανότητα στη χρήση του δεν σήμαινε τελικά πολλές φορές ότι κάποιος ήταν καλύτερος επαναστάτης, αφού αρκετές φορές οι «ταλαντούχοι» στα όπλα πρόδιδαν πολύ ευκολότερα ή αδυνατούσαν να ανταποκριθούν σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Εξάλλου, «στη φάση της ένοπλης προπαγάνδας η καλύτερη μέθοδος μάχης είναι να αποφεύγεις τη μάχη», σημειώνει εμφατικά.

Σχετική με τον προβληματισμό γύρω από την αντιμετώπιση της μάχης σε όλα τα επίπεδα αποτέλεσε η σύλληψη του Γιάννη Σερίφη μετά τον θάνατο του Χρήστου Κασσίμη. Η σκευωρία καταπίπτει και ο Γιάννης Σερίφης τελικά αθωώνεται, όμως πλέον ολόκληρο το κίνημα θα αρχίσει να κινείται «στον αστερισμό της σκευωρίας». Έτσι, συχνά, «αγωνιστές που συλλαμβάνονται θα αρνούνται την επαναστατική τους ταυτότητα, θα κινούνται κυρίως στο νομικό πεδίο… Δεν θα διεξάγουν πολιτικές «δίκες ρήξης» αλλά «δίκες συναίνεσης».

Και μπορεί μεν η τακτική αυτή να τους οδηγεί σε αθωώσεις και «δικαιώσεις», όμως, θα συμβάλλουν καίρια στην αντίληψη ότι το σύστημα θα πρέπει πάντοτε να την ξεγελιέται, προκειμένου  ο αγωνιστής να τη γλυτώσει χωρίς να αναληφθεί από κανέναν η πολιτική ευθύνη, η οποία μάλιστα αποτελεί θεμελιώδη αρχή του επαναστατικού κινήματος.  Η μόνη ίσως εξαίρεση; Η περίπτωση  κάποιου που συλλαμβάνεται για ήσσονος σημασίας πράξεις, φαίνεται να δέχεται ο Δημήτρης Κουφοντίνας.

ΤΟ «ΣΧΟΛΕΙΟ» ΤΟΥ ΕΛΑ

Ο ΕΛΑ αποτελεί αναμφίβολα το πρώτο παράνομο σχολείο για τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Ο Αντώνης Κουφοντίνας θα έρθει για πρώτη φορά κοντά στον «συνωμοτικό κόσμο», θα μυηθεί στη χρήση όπλων και εκρηκτικών και θα μάθει τη φιλοσοφία αποφυγής της σύγκρουσης με την αστυνομία.

Η φιλοσοφία αυτή εμπεριείχε μέχρι και την εκστόμιση προειδοποιήσεων προς τις αστυνομικές δυνάμεις ότι «αν δεν πυροβολήσετε δεν θα σας πυροβολήσουμε», καθώς και καθορισμένα «σημεία σύγκρουσης» προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφυγή από τον τόπο του εγκλήματος. Ο ίδιος υποστηρίζει μάλιστα ότι η φιλοσοφία αυτή ακολουθήθηκε πιστά και από τη 17Ν με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις οι αστυνομικοί να αποφεύγουν τη σύγκρουση μαζί τους ή την άμεσα προσέγγιση ενός σημείου όπου είχε λάβει χώρα μια τρομοκρατική ενέργεια.

Στα τέλη όμως του 1979 ο ΕΛΑ διαλύεται. Ο «Αντώνης» αρχίζει τότε να σκέφτεται το ενδεχόμενο προσέγγισης της 17Ν. Όπως υποστηρίζει, η προκήρυξη της 17Ν τον Ιούλιο του 1981 που ασκούσε κριτική κατά των εμπρησμών στα πολυκαταστήματα Μινιόν και Κατράντζος τον πείθει, αφού ένας αντικαταπιταλιστικός στόχος δεν νομιμοποιεί από μόνος του τη βία.

Η ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗ 17Ν ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΥ

Κατά τον Δημήτρη Κουφοντίνα, η δολοφονία Μομφεράτου είναι ένα «μεγάλο» χτύπημα που επιχειρεί η 17Ν αρκετά χρόνια μετά τη δολοφονία του σταθμάρχη της ΣΙΑ στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ο Μομφεράτος, λέει ο «Αντώνης», ήταν εκτός από εκδότης της εφημερίδας «Απογευματινή» υπουργός επί χούντας και ως «άνθρωπος των Αμερικάνων» είχε μετατρέψει την Απογευματινή σε «βασικό εργαλείο χειραγώγησης και παραπληροφόρησης. Ταυτόχρονα, ήταν ο κύριος εκφραστής στο χώρο του τύπου του σχεδίου που είχε εκπονήσει η CIA…». Τελικά η δολοφονική αυτή ενέργεια, μετά από πολλές αναβολές, πραγματοποιήθηκε στη στενή οδό Τσακάλωφ στο Κολωνάκι.

 

Η ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΙΘ’ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ

Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου του 1988 μπαίνουν στο ΙΘ’ Αστυνομικό Τμήμα του Βύρωνα έπειτα από βδομάδες παρακολούθησης των συνηθειών των αστυνομικών του Τμήματος, καθώς και της κίνησης των περιπολικών. «Χρειαζόμασταν οπλισμό, στολές και πηλίκια, σφραγίδες και προπαντός άγραφα δελτία ταυτότητας» δηλώνει. «Από καιρό ψάχναμε να βρούμε το κατάλληλο Τμήμα… Ίσως αυτό που βάρυνε, στο βάθος, να ήταν ότι το ίδιο Τμήμα το είχε χτυπήσει ο ΕΛΑΣ». Η εγκληματική αυτή ενέργεια πετυχαίνει με το τέχνασμα ενός μέλους της 17Ν ντυμένου ως αστυνομικού που συνοδεύει ένα άλλο μέλος-υποτιθέμενο κρατούμενο. «Τα όπλα από το Τμήμα ενίσχυσαν το οπλοστάσιο της 17Ν»,  κυρίως τα G3, υποστηρίζει. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ακούσανε «πολλά θετικά σχόλια από αστυνομικούς» για το γεγονός ότι ανέδειξαν την τραγική κτιριακή κατάσταση του Τμήματος, ότι δεν τραυμάτισαν κανένα, καθώς και για το ότι δεν δημοσιοποίησαν ανθρώπινες στιγμές αδυναμίας.

Η «ΜΥΣΤΗΡΙΑ» ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

Αναμφίβολα, στο πέρασμα των χρόνων η δολοφονία  του Παύλου Μπακογιάννη αποτέλεσε ένα μεγάλο ερωτηματικό για την ελληνική κοινή γνώμη. Σ’ αυτό συνέβαλαν σχεδόν όλα τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής που μιλούν για ένα «ανεξήγητο χτύπημα», μια «μυστήρια δολοφονία» τον Σεπτέμβριο του 1989.

Το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα έρχεται να δώσει τις δικές του «εξηγήσεις» πάνω στο θέμα αυτό. Καταρχάς, μας  δίνεται η τελειωτική διαβεβαίωση ότι η δολοφονία αυτή ήταν αυθεντικό χτύπημα της 17Ν, αφού η «δεύτερη», ψεύτικη 17Ν που κατασκευάστηκε πιθανότατα από την CIA-ΚΥΠ (σύμφωνα με τον συγγραφέα) λειτούργησε λίγο αργότερα, την περίοδο 1990-1991.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας προβάλλει τρεις κυρίως «λόγους» για την ανάληψη της δολοφονίας του Παύλου Μπακογιάννη: 1) Ο Μπακογιάννης ήταν ο συγγραφέας πολλών λόγων του Μητσοτάκη και το κρυφό δεξί του χέρι. 2) Ο Μπακογιάννης ήταν κεντρικό πρόσωπο στο «πάρε-δώσε» της ΔεξιοΑριστερής συγκυβέρνησης. 3) Σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Εφετών Ευθυμιάδη ο Μπακογιάννης «ήταν «ένοχος αποδοχής προϊόντων εγκλήματος», των κλεμμένων χρημάτων από την Τράπεζα Κρήτης», τα οποία ο Μπακογιάννης  εμφάνισε ως δικά προκειμένου να ιδρυθεί ο εκδοτικός όμιλος του Κοσκωτά «Γραμμή».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το βιβλίο «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται σε άγνωστες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (1973-2002). Μέσα από την υποκειμενική σκοπιά του Δημήτρη Κουφοντίνα (ο οποίος στο  Εφετείο καταδικάστηκε σε 11 φορές ισόβια και σε 25 χρόνια κάθειρξη) εξετάζονται, «εξηγούνται» και αποκαλύπτονται νέες λεπτομέρειες και στοιχεία για γεγονότα που απασχόλησαν έντονα την ελληνική κοινή γνώμη. Πρωτίστως, λοιπόν, γι’ αυτό το λόγο η ανάγνωση του βιβλίου κρίνεται απολύτως σκόπιμη για όποιον/όποια επιθυμεί να ενημερωθεί σφαιρικά για τα γεγονότα αυτά.

Το βιβλίο περιέχει και αρκετές δόσεις αυτοκριτικής. Ένα από τα κρίσιμα χαρακτηριστικά που κάνουν μια τρομοκρατική οργάνωση να διαφέρει από ένα μαζικό επαναστατικό κίνημα είναι ακριβώς το πλήθος των ανθρώπων που συμμετέχουν σ’ αυτό. Όσον αφορά  λοιπόν το ποιοτικό κριτήριο της μαζικότητας η 17Ν και ο Δημήτρης Κουφοντίνας απέτυχαν (παρά τις όποιες κατά καιρούς «θετικές δημοσκοπήσεις»)  να μεταμορφώσουν τα πιστεύω τους σ’ ένα λαϊκό ανανεωτικό ρεύμα που θα ανέτρεπε την καθεστηκυία τάξη και θα έσωζε τη χώρα από τα δεινά των Μνημονίων σήμερα.  Το αναγνωρίζει και ο ίδιος αυτό σε διάφορα σημεία του βιβλίου του, ιδιαίτερα όταν αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν «μόλις φθάνουμε είκοσι  να διασπόμαστε;»  Η Λερναία Ύδρα του Συστήματος (σύμφωνα πάντοτε με την οπτική του Δημήτρη Κουφοντίνα και της 17Ν) δεν εξοντώθηκε, αλλά τουναντίον γιγαντώθηκε. Κι αυτό γεννά μια σειρά από κρίσιμα αν και ρητορικά ερωτήματα; Ποιο ήταν τελικά το αποτέλεσμα των βίαιων ενεργειών της 17Ν; Τι κατάφεραν να αλλάξουν για την ελληνική κοινωνία; Μήπως η υιοθέτηση ενός μαζικού, φιλειρηνικού κινήματος αντίστασης όπως του Μαχάτμα Γκάντι θα μπορούσε να έχει πολύ καλύτερα και μετρήσιμα αποτελέσματα;

Αλλά, σίγουρα, «η Ιστορία δεν φτιάχνεται με αν».

Παράθυρα Λογοτεχνίας για Νέους

Intellectum 10

[
Μενού