Ελληνικό Τάνγκο

Η γυναίκα μου είχε λυγίσει τελευταία. Ανέβαινε μπροστά μου τη στενή σκάλα, 4 όροφοι, δε λαχάνιαζε αλλά αργούσε περισσότερο απ’ όσο συνήθως.Το παλτό, παλιό αλλά όχι τριμμένο, ζέσταινε καλά, βαρύ μάλλινο.Τέτοια δεν είχαμε στα μέρη μας. Το σπίτι ακόμα πιο παλιό, αν κι αυτό δε σημαίνει και πολλά για ανθρώπους σαν εμάς.

Το μαγαζάκι έκλεινε το μεσημέρι, το απόγευμα το ξανάνοιγα μόνος μου, εκείνη την άφηνα να φροντίζει τα μυρωδικά που φύτρωναν σε γλάστρες όλων των σχημάτων στη σοφίτα. Στο  μαγαζάκι, πολύ κοντά στο σπίτι, μικρό αλλά ψηλοτάβανο, κρέμονταν τα σακούλια με τα βοτάνια και τα μάτσα οι ρίγανες από την οροφή, σκοτεινό, το μοιραζόμασταν με μια μισοκοιμισμένη γάτα. Καμιά φορά, ακούγαμε συρσίματα πίσω από τα σακιά, και γδούπoυς από την καταπακτή σα κάτι να χτυπούσε να μπει, δεν ήταν ποντίκια.

Δεν κοιταζόμασταν τότε, εγώ έβγαινα έξω και πήγαινα στο αραβικό μπακάλικο, αγόραζα ένα μπουκαλάκι κρασί και κατηφόριζα στο βοτανικό κήπο. Καθόμουν εκεί σ’ ένα πάγκο, κι αποτέλειωνα το μπουκάλι, γρήγορα. Αυτό μ’ έκανε να μην ακούω τις φωνές μες στο κεφάλι μου. Παλιές λέξεις από την παλιά μας γλώσσα που είχα ξεχάσει σχεδόν. Μόνο η αγωνία δεν ξεχνιέται, είχε ποτίσει τα σωθικά μας, μας ταρίχεψε ζωντανούς. Η αλφαβήτα των ανθρώπων είναι οι τύψεις.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ: https://www.intellectum.org/wp-content/uploads/2012/04/ITL08_096099_ElliinikoTango_Antiopi-Athanasiadou.pdf

Παράθυρα Λογοτεχνίας για Νέους

Intellectum 10

[
Μενού