Main Navigation

Ευφορία

Sommarkväll Hälsingland[10]

Κάθεσαι μόνος στον κήπο με το σημειωματάριο, ένα

σάντουιτς, το φλασκί, την πίπα.

Είναι νύχτα, αλλά τόσο ήρεμη που το κερί καίει δίχως να τρεμουλιάζει

διαχέει  αντιφέγγισμα πάνω στο τραπέζι από τραχιές σανίδες

και λάμπει στο μπουκάλι και στο ποτήρι.

Καταπίνεις μια γουλιά, μια μπουκιά, σταματάς, ανάβεις την πίπα.

Γράφεις μια σειρά ή δύο, παίρνεις μια ανάσα και μελετάς

τη γραμμή στο ρόδισμα της νύχτας που προχωρά προς της αυγής το ρόδισμα,

η θάλασσα από μυρώνια, αφρώδης  γλαυκοπράσινη θολότητα

θερινής νύχτας,

γύρω απ’ το κερί ούτε μια πεταλούδα μα στη βελανιδιά κουνουπιών χορωδίες,

τόσο ακίνητα προς τον ουρανό τα φύλλα. . . Κι η αγριόλευκα να θροΐζει

νηνεμία:

Ισχυρή απ’ αγάπη και  θάνατο γύρω σου η φύση όλη.

Σαν να ήταν  η τελευταία νύχτα πριν από ένα μακρινό, μακρινό ταξίδι:

Κάποιος στην τσέπη έχει  το εισιτήριο τελικά κι όλες τις αποσκευές μαζεμένες.

Και μπορεί να καθίσει και να νιώσει την εγγύτητα χωρών απομακρυσμένων,

Να νιώσει πως όλα είναι σε όλα, ταυτόχρονα το τέλος και η αρχή του,

Να νιώσει πως εδώ και τώρα είναι τόσο η αναχώρηση όσο και η επιστροφή του,

Να νιώσει πως ζωή και θάνατος μέσα του δυνατά σαν κρασί είναι!

Ναι, να είμαι ένα με τη νύχτα, ένα με τον εαυτό μου, με του φωτός τη φλόγα

που με κοιτάζει ήρεμα στα μάτια, αινιγματικά και ήρεμα,

ένα με την αγριόλευκα που τρέμει και ψιθυρίζει,

ένα με των ανθών την αγέλη που γέρνουν απ’ το σκοτάδι έξω κι

αφουγκράζονται

κάτι που είχα να πω κάτω απ’ τη γλώσσα, μα ποτέ δεν το ‘χα ειπωμένο,

κάτι που δε θά ’θελα να προδώσω ακόμα κι αν θα μπορούσα.

Και κελαρύζει μέσα μου καθαρότατη ευτυχία!

 

Και υπερίπταται η φλόγα. . . Είναι σα να συνωστίζονται πιο κοντά

τα άνθη,

πιο κοντά και πιο κοντά στο φως στου ουράνιου τόξου τα λαμπερά σημεία.

Η αγριόλευκα τρέμει και παίζει, εξελίσσεται το ροδαλό της νύχτας

και όλα όσα ήταν ανείπωτα και μακρινά ανείπωτα και κοντινά είναι.

______________________________

 

Τραγουδώ για το μόνο που συμφιλιώνει,

το μόνο πρακτικό, για όλους το ίδιο.

 

Γκούναρ Έκελεφ, Färjesång, 1941, ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1976

Απόδοση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

 

Sommarnatt-2363408_1200_675

EUFORI

Du sitter i trädgården ensam med anteckningsboken, en
smörgås, pluntan och pipan.
Det är natt men så lugnt att ljuset brinner utan att fladdra
sprider ett återsken över bordet av skrovliga plankor
och glänser i flaska och glas.
Du tar dig en klunk, en bit, du stoppar och tänder din pipa.
Du skriver en rad eller två och tar dig en paus och begrundar
strimman av aftonrodnad som skrider mot morgonrodnad,
havet av hundlokor, skummande grönvitt i sommarnatts-
dunklet,
inte en fjäril kring ljuset men körer av myggor i eken,
löven så stilla mot himlen . . . Och aspen som prasslar i
stiltjen:
Hela naturen stark av kärlek och död omkring dig.
Som vore det sista kvällen före en lång, lång resa:
Man har biljetten i fickan och äntligen allting packat.
Och man kan sitta och känna de fjärran ländernas närhet,
känna hur allt är i allt, på en gång sitt slut och sin början,
känna att här och nu är både ens avfärd och hemkomst,
känna hur död och liv är starka som vin inom en!
Ja, vara ett med natten, ett med mig själv, med ljusets låga
som ser mig i ögonen stilla, outgrundligt och stilla,
ett med aspen som darrar och viskar,
ett med blommornas flockar som lutar sig ut ur dunklet och
lyssnar
till något jag hade på tungan att säga men aldrig fick utsagt,
något jag inte ville förråda ens om jag kunde.
Och att det porlar inom mig av renaste lycka!
Och lågan stiger . . . Det är som om blommorna trängde sig
närmre,
närmre och närmre ljuset i skimrande regnbågspunkter.
Aspen skälver och spelar, aftonrodnaden skrider
och allt som var outsägligt och fjärran är outsägligt och nära.
______________________________

Jag sjunger om det enda som försonar,
det enda praktiska, för alla lika.

 

Gunnar Ekelöf, Färjesång 1941, SAMLADE DIKTER, 1976

Översättning: Despina kaitatzi-Choulioumi

 

Sommarkväll Hälsingland[10]

 

Κατά την εθνική εγκυκλοπαίδεια το ποίημα «Ευφορία» που δημοσιεύθηκε στην ποιητική συλλογή «Färjesång» το 1941 θεωρείται κλασικό. Ήταν μια άγρια χρονιά, όπου η Γερμανία έλεγχε ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου και το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν αβέβαιο. Τον Ιούνιο είχε ξεκινήσει η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Εκείνη την περίοδο πολλοί Σουηδοί ποιητές έγραφαν ποιήματα «ετοιμότητας», αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που έκανε ο Έκελεφ. Όπως επισημαίνει  ο Olof Lagercrantz, είναι τότε εκείνη τη στιγμή που ο Gunnar Ekelöf βρίσκει τον δρόμο του – όπου αντίθετα αυτός «επωμίζεται την ευθύνη για την ανθρωπότητα σε ένα άλλο επίπεδο». Clemens Altgård

http://www.skd.se/2015/06/26/30714/

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Σχολιάστε

Concept by deux creative. Development by Dimitrios Topouzidis

Pinterest
EmailEmail
PrintPrint