Main Navigation

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΗΜΕΡΑΣ Ένας Μεγάλος Μικρόκοσμος: το «Κοινωνικό Σχολείο» στη Θεσσαλονίκη & η Βίλα Αμαλίας στην Αθήνα

Με αφορμή τη συζήτηση για τη Βίλα Αμαλία, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας – αναβάθμιση του κέντρου των Αθηνών & και την φονική επικινδυνότητα άδειων γυάλινων μπουκαλιών και ξύλινων κονταριών, σκεφθήκαμε ότι ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για τη επαναδημοσίευση του ρεπορτάζ που κάναμε για το Κοινωνικό Σχολείο στη Θεσσαλονίκη χωρίς φόβο και πάθος, υπενθυμίζοντας συνάμα ότι αντίστοιχοι χώροι λειτουργουν σ’ όλη την πολιτισμένη Ευρώπη από την Στοκχόλμη και το Άμστερνταμ μέχρι το Λονδίνο και το Αμβούργο.

Σημ. Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε αρχικά σ’ ένα από τα τελευταία τεύχη του περιοδικού ΜΟΝΟ (τεύχος Ιουνίου 2012).

Σ’ έναν ιστορικό δρόμο της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στο τέλος της Βασιλέως Γεωργίου, στο ύψος του ξενοδοχείου Μακεδονία-Παλάς, συντελείται από το Μάιο του 2010 ένα μικρό κοινωνικό θαύμα.

Σ’ ένα από τα πολλά νεοκλασικά κτίρια που παραδόξως κατάφεραν να διασωθούν επί της συγκεκριμένης οδού  (άραγε ίσως λόγω της αόρατης παρουσίας του ονοματοδοτούντα βασιλιά και της «ανεκτικής» βασίλισσας Όλγας, αφού η Βασ. Γεωργίου αποτελεί την προέκταση της Βασ. Όλγας;), λειτουργεί εδώ και 17 μήνες περίπου ένα ελεύθερο Σχολείο, το οποίο οι ιδιότυποι μαθητές-συμμετέχοντες ονομάζουν απλά «Σχολείο», δίχως άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς που συνηθίζονται συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως  ελεύθερο, εναλλακτικό ή ανεξάρτητο.

Διαβαίνοντας κανείς την ορθάνοιχτη πόρτα του «Σχολείου», με φανερό ή ενδόμυχο φόβο, καθώς εισέρχεται σ’ ένα νέο, άγνωστο χώρο που μπορεί να τελεί υπό την πρόσκαιρη κυριαρχία αναρχικών και «επικίνδυνων» προσωπικοτήτων, όπως τα στερεότυπα και ιδεοληψίες προβάλλουν ασύνειδα στη μεγάλη οθόνη του μυαλού του «αθώου» καινούριου επισκέπτη, εντυπωσιάζεται αμέσως από την καλαισθησία του χώρου. Καλοβαμμένοι τοίχοι, γυαλισμένα ξύλινα πατώματα και το πρόγραμμα του Σχολείου αναρτημένο σ’ ένα τεράστιο ευδιάκριτο χαρτόνι στον πίνακα ανακοινώσεων του Σχολείου μαζί με άλλες ανακοινώσεις, φυλλάδια και άλλο έντυπο πληροφοριακό υλικό σε πλήρη τάξη. Όλα θυμίζουν ένα σχολείο καλοδιατηρημένο, μολονότι χτίστηκε το 1897, ζωντανό και σε πλήρη λειτουργία.

Στα αριστερά αμέσως μετά τον προθάλαμο, ο πάγκος του καφέ-μπαρ και τα μεγαλύτερης ηλικίας πρόσωπα δίνουν έναν ενήλικο τόνο στην ανθρώπινη παρουσία, υποδηλώνοντας με ξεκάθαρο τρόπο ότι το σχολείο αυτό δεν είναι πλέον ένα σχολείο δημοτικού για μικρά παιδιά αλλά ένα σχολείο σαφώς για μεγαλύτερα. Όμως ακόμη κι αυτή η δήλωση δεν προσβάλλει την αισθητική του χώρου, δεν λειτουργεί βίαια, αλλά εντάσσεται αρμονικά στο χώρο.

Σχεδόν όλοι είναι φιλικοί και χαμογελαστοί. Μετά τις γρήγορες συστάσεις συζητώ με τον Γιάννη, ο οποίος μάλιστα είναι κάτοικος της περιοχής και το παιδί του πήγαινε εκεί προτού κλείσει το σχολείο λόγω ανεπαρκούς στατικότητας του κτιρίου. Οι ερωτήσεις μου σύντομα περιστρέφονται γύρω από το πώς τελικά πάρθηκε η απόφαση οικειοποίησης του παλαιού δημοτικού σχολείου και –κατόπιν επίμοχθων και πολύμηνων εργασιών από εθελοντές με ελάχιστα μέσα και χρήματα- η επαναλειτουργία του χώρου ως σχολείου.

«Ήταν το Μάιο του 2010» μου εξομολογείται ο Γιάννης. «Τα τελευταία χρόνια η εκκλησία επιθυμούσε τη μίσθωση του κτιρίου σε ιδιώτες προκειμένου να γίνει καφέ-μπαρ και να λαμβάνει έτσι πολύ υψηλότερο μίσθωμα, όμως τα σχέδια της εμποδίζονταν από το γεγονός ότι το κτίριο είχε μισθωθεί από το Δημόσιο για τη λειτουργία του δημοτικού σχολείου της περιοχής. Μετά από  συνεχείς προσπάθειες που κράτησαν αρκετά χρόνια, με ύψιστο πάντοτε υποτιθέμενο σκοπό την προστασία των ανήλικων παιδιών, το σχολείο έκλεισε τελικά από την πολεοδομία λόγω ανεπαρκούς στατικότητας του κτιρίου με αφορμή ένα ασήμαντο περιστατικό. Μια νεαρή δασκάλα τρομοκρατήθηκε από το τρίξιμο του ξύλινου ταβανιού και μικρών κομματιών σοβά που έπεσαν καθώς έκανε μάθημα στο ισόγειο του κτιρίου μια μέρα και έσπευσε να ξανακαλέσει την πολεοδομία, η οποία έκανε ούτως ή άλλως τακτικά επισκέψεις στο σχολείο. Επειδή, σύμφωνα με τον τελευταίο Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό, η στατικότητα ενός κτιρίου δημοσίας χρήσης πρέπει να είναι τουλάχιστον διπλάσια από την κανονική και με δεδομένο ότι το κτίριο είχε κατασκευαστεί το μακρινό 1897 με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και υλικά, η Πολεοδομία έκρινε ότι μολονότι το κτίριο είχε αποδείξει την ανθεκτικότητά του πάνω από έναν αιώνα, τώρα «επιτέλους» είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου και «του χρήματος». Κι έτσι το σχολείο έκλεισε, παρά τις αντιδράσεις των πολιτών της περιοχής, οι οποίοι θεωρούσαν το κτίριο καθ’ όλα ασφαλές για τα παιδιά τους».

Λίγο μετά συνομιλώ με τον Δάνο Δανιηλίδη, δημοσιογράφο επί πολλά χρόνια σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες (Αγγελιοφόρο, Μακεδονία, Γεωτρόπιο Ελευθεροτυπίας, Ταξίδια και ΟΙΚΟ Καθημερινής), ο οποίος τα τελευταία χρόνια στράφηκε στις βιολογικές καλλιέργειες μετά την κρίση που εκδηλώθηκε και στον τύπο. Συγκεκριμένα, το περασμένο φθινόπωρο, εκμεταλλευόμενος έναν μικρό ορεινό καστανεώνα στο βουνό Πάικο, δημιούργησε μια σειρά από χειροποίητες μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού, με βάση κυρίως το γλυκό αγριοκάστανο, τα οποία διαθέτει με τη σύντροφό του στη βιολογική αγορά του Σχολείου και άλλες λαϊκές αγορές και εκθέσεις προϊόντων.

Ο Δάνος με ξεναγεί με θέρμη και φιλικότητα σε όλους τους χώρους του σχολείου το οποίο προάγει «την ελευθερία της μάθησης και τη μάθηση της ελευθερίας», όπως μου τονίζει: καταρχάς στην αυλή όπου  διοργανώνεται κάθε Σάββατο απόγευμα η μικρή αγορά βιολογικών προϊόντων, όπου μπορεί κανείς να βρει μεταξύ άλλων φρέσκα λαχανικά, σπιτικά ζυμαρικά με πρωτότυπες γεύσεις (μέχρι και σοκολάτα!), μαρμελάδες, χωριάτικα αυγά, μυρωδικά, θεραπευτικά βότανα και αιθέρια έλαια. Μετά στο μαγειρείο, όπου σερβίρεται αντί του ευτελούς ποσού των δύο ευρώ ένα νοστιμότατο πιάτο ζυμαρικών. Κατόπιν επισκεπτόμαστε  τη μικρή βιβλιοθήκη και τον επάνω όροφο όπου διεξάγονται πάσης λογής μαθήματα από Αγγλικά, Γερμανικά και κιθάρα μέχρι Ιαπωνικά και πολεμικές τέχνες σύμφωνα πάντοτε με το καθορισμένο εβδομαδιαίο πρόγραμμα του Σχολείου.

Τέλος, επιστρέφουμε στην κεντρική αίθουσα του ισογείου, όπου έχει τοποθετηθεί κατόπιν δωρεάς ένας υπερσύγχρονος προβολέας για την προβολή ταινιών. Εκεί επίσης λαμβάνει χώρα κάθε Δευτέρα βράδυ η συνέλευση του σχολείου με τη συμμετοχή 40 ατόμων περίπου κάθε φορά. Στη συνέλευση αυτή, την οποία πηγαίνω να παρακολουθήσω προσωπικά δύο ημέρες αργότερα, λαμβάνονται αποφάσεις μόνο κατόπιν ομοφωνίας των μελών για θέματα σχετικά με τη λειτουργία του Σχολείου. Προκειμένου να ληφθούν οι αποφάσεις, κρίσιμο είναι συχνά το γεγονός ότι το σχολείο αποτελεί έναν ανοικτό χώρο που δεν τελεί όμως υπό 24ώρη κατάληψη, αφού το βράδυ το Σχολείο κλειδώνεται και όλοι αποχωρούν από το κτίριο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να δοθεί η άδεια να παραμείνει κάποιος εκεί μόνιμα όσο συμπαθής κι αν είναι ή όσο ανάγκη κι αν το έχει. Στις περιπτώσεις αυτές –οι  οποίες μπορεί να εγείρουν έντονες συζητήσεις κατά τη διάρκεια της συνέλευσης–  τα μέλη του προσπαθούν με άλλες ενέργειες που δεν θα εμπλέκουν το Σχολείο αυτό καθαυτό να βοηθήσουν τον φίλο ή τη φίλη που βρίσκεται στη δεινή θέση να αντιμετωπίζει κατάματα την αδυναμία εύρεσης καταλύματος ένεκα οικονομικών δυσχερειών.

Μετά από τέσσερις συνολικά επισκέψεις στο Σχολείο έμεινα κατάπληκτος από το πόσα πολλά όμορφα πράγματα μπορεί να συμβαίνουν δίπλα μας χωρίς να τα γνωρίζουμε ή ενδεχομένως εκούσια να αγνοούμε από φόβο για κάτι άγνωστο και νέο. Παρά τις μικρές μου ενστάσεις σε θέματα όπως η ομοφωνία στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες (αντί μιας ισχυρής πλειοψηφίας της τάξης του 75% που σέβεται απολύτως τη μειοψηφία αλλά πολύ πιο «λειτουργικά») ή στον τρόπο προσέγγισης ενός ευρύτερου κοινού (αφίσες και φυλλάδια με δόσεις χιούμορ θα τύχαιναν πολύ καλύτερης ανταπόκρισης από ανθρώπους που δεν είχαν έρθει ποτέ άλλοτε σε επαφή με τέτοια κινήματα), η λειτουργία του Σχολείου επί δεκαεπτά μήνες αποτελεί ένα εκπληκτικό γεγονός, σπάνιας κοινωνικής ομορφιάς και νοήματος.

Επιπλέον, οι άνθρωποι του Σχολείου φαίνεται να έχουν όχι μόνο πλήρη συνείδηση των πραττομένων τους, αλλά και του τι συμβαίνει έξω από το Σχολείο στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο γενικότερα. Στο ιστολόγιο του Σχολείου (http://sxoleio12.wordpress.com/) γράφουν χαρακτηριστικά:

«Η δόμηση-διαμόρφωση των σύγχρονων πόλεων είναι συνυφασμένη με έναν τρόπο ζωής βασισμένο πάνω στην εκμετάλλευση της εργασίας, το θέαμα και την κατανάλωση. Οι χώροι που απομένουν για μας και τις ανάγκες μας, χώροι όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να συναντηθούν, να δημιουργήσουν, να αλληλεπιδράσουν, να συνάψουν σχέσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας εκλείπουν. Η εντατικοποίηση της καθημερινής ζωής φανερώνει το πώς ακόμα και ο προσωπικός μας χώρος και χρόνος διαμορφώνεται με βάση τα κυρίαρχα πρότυπα του καταναλωτισμού, της διασκέδασης, της αποχαύνωσης και της εξατομίκευσης.

Επανοικειοποιούμαστε τους δημόσιους χώρους, επαναπροσδιορίζοντας το χώρο και το χρόνο με βάση τις δικές μας ανάγκες, ενάντια στα συμφέροντα που μας θέλουν παραιτημένους και αδρανείς απέναντι στην καταπίεση…

Η κρίση, όπως παρουσιάζεται σήμερα από τους κυρίαρχους αποτελεί πρόσχημα για την επιβολή ενός οικονομικού και κοινωνικού κανιβαλισμού που παρουσιάζεται ως λύση για τη σωτηρία του συστήματος. Η κρίση είναι πολύ βαθύτερη και ουσιαστικότερη, είναι η ιδεολογική κρίση αυτού του συστήματος που αδυνατεί πλέον να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Οι υποσχέσεις για ευημερία, ανάπτυξη και ευτυχία πάνω στις οποίες σφραγίστηκε η ύπαρξη αυτού του συστήματος πλέον καταρρέουν. Φαίνεται πια πως η ευημερία επιφυλάσσεται γι’ αυτούς, ενώ από την άλλη η φτώχεια, η εξαχρείωση και η πείνα για όλους εμάς.

Πρόθεση μας δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η συνολική ρήξη μ’ αυτό το χρεοκοπημένο και κοινωνικά απονοηματοδοτημένο σύστημα, μπροστά στη δυνατότητα που εγείρεται για την κοινωνία να πάρει τη ζωή στα χέρια της συλλογικά και από τα κάτω. Μέσα από διαδικασίες αυτοοργάνωσης και άμεσης δημοκρατίας δημιουργούμε νέες κοινωνικές σχέσεις, σχέσεις αλληλεγγύης και αξιοπρέπειας που πραγματώνονται μόνο μέσα από τη λογική του αγώνα και της αντίστασης απέναντι σ’ ό,τι εκβιάζει της ίδιες μας τις υπάρξεις. Το εγχείρημα αυτό δεν αποτελεί παρά μια απόπειρα προς αυτή την κατεύθυνση, ένα παράδειγμα του πώς θα μπορούσε να οργανωθεί η ζωή σε κάθε γειτονιά από εμάς τους ίδιους.»

Σήμερα, στο τέλος της 6ης Μαΐου 2012, δηλαδή της ανατρεπτικής  ημέρας των ελληνικών κοινοβουλευτικών εκλογών, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.

, , , , , , ,

2 σχόλια στο ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΗΜΕΡΑΣ Ένας Μεγάλος Μικρόκοσμος: το «Κοινωνικό Σχολείο» στη Θεσσαλονίκη & η Βίλα Αμαλίας στην Αθήνα

  1. voltaire 16 January 2013 στις 4:16 am #

    “Οι χώροι που απομένουν για μας και τις ανάγκες μας, χώροι όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να συναντηθούν, να δημιουργήσουν, να αλληλεπιδράσουν, να συνάψουν σχέσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας εκλείπουν”

    με άλλα λόγια δε θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, δεν θέλουμε καν να παρέμβουμε στο υπάρχον για να το βελτιώσουμε. Θέλουμε έναν χώρο να κάνουμε τα χόμπυ μας, να χορεύουμε τρεις φορές τη βδομάδα, να μαθαίνουμε γιαπωνέζικα κλπ. Αλήθεια, ο άνθρωπος που δουλεύει 13 ώρες την ημέρα έχει τη δυνατότητα να “ακολουθήσει¨ το αυτοοργανωμένο μας παράδειγμα; Γι αυτόν κάνουμε τίποτες ή χορεύουμε σουίνγκ στο όνομά του και για τη σωτηρία του;

    • Βίκτωρ Τσιλώνης 19 January 2013 στις 5:40 pm #

      Εσείς τι καλύτερο άραγε κάνετε, εκτός από κριτική;! Και ποιο είναι το όνομά σας;!

Σχολιάστε

Concept by deux creative. Development by Dimitrios Topouzidis

Pinterest
EmailEmail
PrintPrint